Rolling Math

Σήμερα αποφάσισα να ασχοληθώ με τα Μαθηματικά. Γι’ αυτό και το πρώτο νούμερο που μου ήρθε στο μυαλό είναι το 0 που είναι το κενό, το άδειο ποτήρι, το κατώφλι μεταξύ ανυπαρξίας και ύπαρξης. Μετά υπάρχει ο Άλλος, εγώ, εσύ, ο καθένας μας που μπορεί ακόμα να σκέφτεται, να αισθάνεται, να ζει. Σε κάθε Άλλον δίνουμε μια τιμή από το 1 μέχρι το +οο κι επειδή ο κόσμος μας είναι υλικός, στην τιμή περιέχεται και μια –κατά την δική μας εκτίμηση– υπεραξία, κάτι που εμείς εκτιμούμε πως πρέπει να έχει. Έτσι τον «αποκτούμε», καρπωνόμαστε δηλαδή εμείς την αξία (που του δίνουμε) με την κατοχή του κι αυτό μας κάνει να αισθανόμαστε σημαντικοί, επενδύουμε σε αυτόν για να υπάρχουμε στο μέλλον. Κι όσο πιο πολύ σημαντικό θεωρούμε τον Άλλον, τόσο πιο μεγάλη η «κάβα» μας κι η δικιά μας –εικονική φυσικά– αξία. Από την άλλη, ο Άλλος αποκτά κι εκείνος μια μοναδική σημαντικότητα, την αξία δηλαδή που του έχουμε δώσει.

Στην πραγματικότητα ο Άλλος (κι εμείς κατ’ επέκταση) έχει μόνο μια τιμή, το 1, την ύπαρξη δηλαδή. Αφού όμως απλά υπάρχει γιατί να τον αξιολογήσω, γιατί να θεωρούμε κάποιον πως είναι καλύτερος από κάποιον άλλο? Μα αν μας κάνει να αισθανόμαστε καλύτερα? Αν τον ερωτευτούμε? Αν τον αγαπήσουμε ή τον πηδήξουμε? Δεν πρέπει να του δώσουμε κάτι παραπάνω? Διότι σαν εγωιστές που είμαστε, του δίνουμε αξία επειδή απλά του δώσαμε εμείς προσοχή, εμπλέκεται το «εγώ» μας μαζί του. Φυσικά, έρχονται κάποιες στιγμές που ο Άλλος τα μαζεύει και φεύγει. Τότε είναι που αυτόματα εμείς χρεοκοπούμε. Διότι την υπεραξία που του δώσαμε ποτέ δεν την εισπράξαμε ή την εισπράξαμε εικονικά και πρόσκαιρα αλλά όχι στην πραγματικότητα (σαν να μηδενίστηκε η αξία των μετοχών μας και να μας μείναν «χαρτιά» στο χέρι) κι έτσι, αφού χάνουμε την αξία που θεωρούσαμε πως είχαμε, μένουμε με 0 υπόλοιπο βυθισμένοι στην δική μας –πλέον– ανυπαρξία ή, καλύτερα, στην θλίψη της μη αξίας της ζωής μας για αρκετό καιρό. Μέχρι που βρίσκεται κάποιος Άλλος, ο οποίος με τη σειρά του έρχεται να δώσει σε μας μια υπεραξία και να μας ξαναβγάλει στις «αγορές» και τότε είναι που αισθανόμαστε πάλι σημαντικό τον εαυτό μας, «υπάρχουμε» ξανά για κάποιον ή «υπάρχει» κάποιος σημαντικός για εμάς. Ξαναρχίζει ο φαύλος κύκλος της ύπαρξης, της συνύπαρξης καλύτερα, του εαυτού μας με τον Άλλον.

Σήμερα αποφάσισα να κάνω «ταμείο», τον ισολογισμό μου δηλαδή για να τον δημοσιεύσω αλλά δεν στάθηκε δυνατόν να συμφωνήσουν τα «νούμερα». Τη μια έβγαζα θετική τιμή, την άλλη 0. Την μια στιγμή είχα αξία, την άλλη όχι. Κάθε φορά που μέτραγα τις αγοραπωλησίες της ζωής μου, σαν να υπήρχε μια μεταβλητή, ο άγνωστος Χ που λένε και τα μαθηματικά, που άλλαζε, που διέλυε τα πάντα, που τα μηδένιζε όλα. Σκέφτηκα λοιπόν πως, αφού το παρόν είναι δεδομένο και το μέλλον δεν έχει έρθει ακόμα, τότε ο άγνωστος Χ θα πρέπει να ανήκει στο παρελθόν. Έτσι, το αν υπάρχω ή όχι καθορίζεται από το αν υπήρξα, αν κάποτε είχα αξία. «Δεν μπορεί να μην υπήρξα» σκέφτομαι αλλά πάλι ίσως να νόμιζα πως υπήρχα αλλά στην πραγματικότητα να είχα την τιμή 0, δηλαδή να μην υπήρξα ποτέ στη ζωή κάποιου που θα μου έδινε κάποια αξία ή που –έστω– δεν θα με πουλούσε μισοτιμής για κάποιον Άλλο. Εκείνη τη στιγμή αντιλήφθηκα πως στη ζωή μας ετεροκαθοριζόμαστε από τον Άλλον γι’ αυτό και παύουμε να έχουμε οποιαδήποτε αξία όταν δεν υπάρχει άλλος να μας –την– καθορίσει. Αυτό συμβαίνει ή μας «τυχαίνει» στη ζωή, αυτές είναι οι ανθρώπινες σχέσεις, κοινωνικές, επαγγελματικές, ερωτικές, συναισθηματικές, φιλικές, όλες.

Θα μπορούσε να υποθέσει με ασφάλεια κάποιος πως ο ετεροκαθορισμός της αξίας μας είναι περισσότερο αντικειμενικός γιατί αν αυτοκαθοριζόμασταν και βάζαμε μόνοι μας μια αξία στον εαυτό μας, δεν θα είχε καμία αξία μιας και θα τραβάγαμε κάτι πληθωρισμούς εξαψήφιους! Αλλά πάλι, ούτε είναι ορθό να εξαρτιόμαστε πάντα από την αξία που μας προσδίδει ο άλλος κι έτσι να αγνοούμε ακόμα και την φυσική μας ύπαρξη. Θα έπρεπε λοιπόν να υπάρχει και ο αυτοκαθορισμός αλλά σε μια βάση τέτοια που να μας βοηθά να μην πέσουμε στο 0, στην πλήρη ανυπαρξία. Και υπάρχει: αρκεί να θεωρήσουμε ως αντικειμενική μας αξία το 1, την μονάδα δηλαδή. Γιατί τελικά όλοι μονάδες είμαστε που ζούμε και πεθαίνουμε για να μας φορτώσουν μια πλασματική αξία, για να νιώθουμε σημαντικότεροι, να ξεχωρίζουμε αποκτώντας αξία μέσω ενός Άλλου.

Ξανάβαλα κάτω τον ισολογισμό μου. Τώρα δεν χρειάστηκε να κάνω καμιά πράξη, καμιά συναλλαγή, δεν χρειάστηκε τίποτα να υπολογίσω: είμαι 1 και υπάρχω τώρα, έχω την μικρότερη αντικειμενικά και υποκειμενικά δυνατή τιμή και παρόλο που είμαι φτηνός αποφάσισα να μείνω εκτός αγορών (junk bonds). Μου αρκεί το 1 της ύπαρξης, το 1 της ανάμνησης, το 1 της ελπίδας. Κι όλα μαζί πάλι 1 κάνανε/κάνουνε/θα κάνουνε. Μέχρι τουλάχιστον να σταματήσω να μετρώ…

Advertisements

Leave a Message

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s